ΑΡΧΙΚΗ

Dedique cor meum, ut scirem sapientiam et scientiam, insipientiam et stultitiam. Et agnovi quod in his quoque esset afflictio spiritus, eo quod in multa sapientia multus sit maeror; et, qui addit scientiam, addit et laborem.

Liber Ecclesiastes, 1. 17-18

Παρά την ασυμμετρία ως προς τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις της Εκκλησίας και του Πολιτισμού, την ηθελημένη σιωπή και το πληθώρα των ορισμών αντίστοιχα, τα δύο μεγέθη, παρότι διακριτά μεταξύ τους, μοιάζουν σε μεγάλο ποσοστό να διεκδικούν το ίδιο πεδίο ανάπτυξης: την ανθρώπινη ζωή ή, ακριβέστερα, το αξιακό της αντίκρισμα. Ωσάν να υπάρχει από τη μια πλευρά μια εγκόσμια Πόλις και από την άλλη μια εκκλησιακή Αντίπολις. Πρόκειται άραγε για δύο μεγέθη αντιθετικά ή συμπληρωματικά, ανταγωνιστικά ή ασύμπτωτα; …..

Στον προκείμενο προβληματισμό, αυτή η οντολογική αλλά και ιστορική αντινομία συνεπάγεται ένα διπλό δικαίωμα και συνάμα χρέος της Εκκλησίας: Πρώτον, να χρησιμοποιεί την πολιτισμική ύλη του κόσμου προκειμένου να ενσαρκώνεται σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή. Και δεύτερον, να μην λησμονεί πως πρόκειται για μια ύλη πολύτιμη, απαραίτητη αλλά κτιστή, εφόσον παραμένει προϊόν και «σχήμα του κόσμου τούτου» . Πράγμα που σημαίνει πως ακόμη και οι υψηλότερες εκδοχές ενός πολιτισμού που εμπνέεται από τις χριστιανικές αξίες ή/και κατορθώνει να τις αισθητοποιήσει με πειστικό τρόπο, όταν απολυτοποιηθούν, δηλαδή αυτονομηθούν από τον ιστορικό χωρόχρονο που τις γέννησε, μπορεί να λειτουργήσουν ως τροχοπέδη ή/και πλάνη. Τροχοπέδη, εφόσον περιορίζουν τις εκφραστικές δυνατότητες της Εκκλησίας εμποδίζοντας τη μεταγραφή της αλήθειας της στον πολιτισμικό κώδικα κάθε εποχής. Και πλάνη, διότι μοιάζουν να την κρατούν καθηλωμένη σε ένα οιονεί ειδωλοποιημένο παρελθόν, υπονομεύοντας εκ των έσω την οικουμενική εμβέλεια και την εσχατολογική της δυναμική.

Απόσπασμα εισήγησης υπό τον τίτλο: Πόλις και Αντίπολις
Συνέχειες και ασυνέχειες στη σχέση μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτισμού